Ετικέτες

Τη στιγμή που εγκαταλείπεται το θύμα, αίρεται η νομιμότητα.

Ο θύτης, τραυματίζοντας το θύμα και στη συνέχεια εγκαταλείποντάς το, αφήνοντάς το μόνο, να σφαδάζει σαν σφαχτό λίγο πριν το τέλος, παραβιάζει τον νόμο.

Πέρα όμως και πάνω από κάθε νομική παραβίαση, υπάρχει ο άνθρωπος, και ο άνθρωπος αυτός, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και τόπο, εγκαταλείπεται. Εγκαταλείπεται στο έλεος των τραυμάτων του, του ανελέητου πόνου και των φόβων του, της απέραντης μοναξιάς, αιμόφυρτος.

Αυτή λοιπόν η εγκληματική αντίδραση φυγής μετατρέπεται σε τερατούργημα, αφήνοντας τον άνθρωπο στο σκότος του μοναχικού περάσματος από τη ζωή στον θάνατο.

Ως βούληση του αλλοτριωμένου ανθρώπου μόνο, μπορεί να εννοηθεί και να κατανοηθεί μια τέτοια αντίδραση.

Τη στιγμή που πέφτει η αυλαία, σε αυτά τα κλάσματα δευτερολέπτου που ο θύτης «μένει μόνος» με το θύμα του, εκεί, στο ασφαλτοστρωμένο σταυροδρόμι, θα αποφασίσει.

Θα πάρει σβέλτα την απόφαση, αν θα σταθεί ως άνθρωπος στον άνθρωπο ή αν θα τον απαξιώσει ως ύπαρξη. Αυτή η ύπαρξη, η οποία θα υπάρχει πλέον μόνο στον τόπο των αθανάτων (και αυτό στην καρδιά των πολύ δικών του ανθρώπων), από εδώ και στο εξής.

Όταν η απόφαση παρθεί ο άλλος άνθρωπος να θυσιαστεί, να αφανιστεί ολοκληρωτικά, έχοντας χάσει κάποιες φορές τη σωματική του ακεραιότητα, αφού κάποιο μέλος του σώματός του θα έχει αποκοπεί, αφήνοντας το σώμα λειψό, αιματοβαμμένο, στον τρόμο του ανείπωτου πόνου, με τον θάνατο να φαντάζει ως η μία και μοναδική για αυτόν λύτρωση.

Άννα Οικονομίδη

Ο οδηγός του αυτοκινήτου, αμέσως μετά τη σύγκρουση εγκαταλείπει τη σκηνή… «Αναζητείται ακόμη ο δράστης τροχαίου με εγκατάλειψη…».

«Έκκληση για μάρτυρες τροχαίου δυστυχήματος με εγκατάλειψη…».

«Τον χτύπησε με το αυτοκίνητο και τον παράτησε αβοήθητο…».

Οι αναφορές των τίτλων ειδήσεων πληθαίνουν. Αμέτρητα τα περιστατικά με αύξουσα ροή, μια πολλαπλασιαστική μάστιγα αποτελεσμάτων θανάτου και αναπηρίας. Η ανθρώπινη τερατωδία με την εγκατάλειψη του θύματος, συμβαίνει πλέον σε τέτοιους ρυθμούς και με τέτοια συχνότητα, ώστε να αποκτά σταδιακά τη δική της κανονικότητα.

Αυτή την «άλλη κανονικότητα» που απαξιώνει την ανθρώπινη υπόσταση, με γνώμονα την προστασία του εαυτού και την αποφυγή της τιμωρίας.

Με τι θράσος, με τι απανθρωπιά, ωστόσο, ο θύτης εγείρεται κατά της ανθρώπινης ζωής και ποδοπατά τον συνάνθρωπό του;

Από πού αντλεί τη σιγουριά της πράξης του;

Στην εποχή της γενικευμένης αποσάθρωσης του κοινωνικού ιστού, σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης, σε μια εποχή ισοπέδωσης αξιών και κανόνων ηθικής συμπεριφοράς, σε μια εποχή που υποδαυλίζεται ο ανθρωπισμός, η αλληλεγγύη, η εγγύτητα ανθρώπου προς άνθρωπο, η κατασκευή αυτή της «άλλης κανονικότητας», σχετίζεται άμεσα με την «εκκρεμότητα».

Τι ακριβώς όμως εννοούμε με τη χρήση αυτού του όρου;

Η «εκκρεμότητα» διατηρείται στο πλαίσιο λειτουργίας της κρατικής εξουσίας, τόσο μέσω του νομικού της πλαισίου και της λήψης αποφάσεων που δεν «απαντάνε» στο έγκλημα της εγκατάλειψης με την εξουδετέρωση αυτού, όσο και του κρατικού μηχανισμού των πολιτικών δομών (αντιπροσώπευσης, συνθηκών λειτουργίας και αποτελεσματικότητας), που «κατευνάζει» και υποτιμά την τραγική δυναμική της εγκληματικής εγκατάλειψης.

Έτσι, η τιμωρία του ενόχου δεν φαίνεται να αποτελεί σκοπό, αφού η επικρατούσα τακτική «απαλείφει», όσο μπορεί, τις ποινικές συνέπειες.

Το επιχείρημα «χάθηκε μία ζωή, ας μην καταστραφεί και μια ακόμη», πιάνει τόπο στους θανάτους από τροχαία. Η δικαιολόγηση του «μη ηθελημένου» της δράσης, δηλαδή του θανάτου ενός άγνωστου συνήθως συνανθρώπου, αυτόματα δικαιώνει τον θύτη, παίρνοντας σχεδόν τη θέση του θύματος.

«Μην τον ταλαιπωρείτε τον άνθρωπο, δεν ήθελε να προκαλέσει κακό. Φοβήθηκε».

Όλο και λιγότερο εκπλήσσεται ο νους από ακραίες συμπεριφορές, οι οποίες αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος στον λόγο και στη σκέψη των πολιτών.

Η εγκατάλειψη δεν αποτελεί «είδηση». Αποτελεί ωστόσο μια σχεδόν καθημερινή πρακτική.

Η πρωταρχική αντίδραση, σταδιακά έχει μετατραπεί σε ανοχή και η ανοχή σε αποδοχή. Η αποδοχή, με τη σειρά της, «κανονικοποιεί» την παρελθούσα ακραία και απαράδεκτη-απάνθρωπη συμπεριφορά σε μια πρακτική, απολύτως «κανονική».

Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός εγκατάλειψης των θυμάτων τροχαίων, στο πλαίσιο μιας ανερχόμενης «κανονικοποίησης», δεν αναγνωρίζεται ως ακραία συνθήκη. Σε αυτή τη διαδικασία μετασχηματίζεται το ηθικά ακραίο σταδιακά σε ηθικά αποδεκτό.

Η κανονικοποίηση απάνθρωπων συμπεριφορών, στο πλαίσιο, τόσο των εκάστοτε πολιτικών και νομικών αποφάσεων και υλοποιήσεων, όσο και των κοινωνικών εκφράσεων των μαζών, οφείλει να κατανοηθεί και να επικοινωνηθεί ως μία αρνητική διαστρέβλωση της κοινωνικής συνύπαρξης.

Σε αυτή τη μάστιγα οφείλουμε να αντισταθούμε. Να αντισταθούμε, κατανοώντας πρωτίστως το πώς λειτουργεί.

Η αύξηση του αριθμού και της συχνότητας τέτοιων φαινομένων, μόνο μέσα από το συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό πλαίσιο λειτουργίας της κοινωνίας μπορούν να κατανοηθούν και κατ’ επέκταση να καταπολεμηθούν.

Άννα Οικονομίδη

Ένα «σχόλιο» πάνω στο θέμα αναγνώστη της LiFO

Advertisements