Ετικέτες

Το πώς οδηγούμε αντανακλά το πώς βιώνουμε την έννοια του να είσαι πολίτης αυτής της κοινωνίας.  Έτσι, ο τρόπος με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στους νόμους που διέπουν την οδική μας συμπεριφορά και κατ’ επέκταση πώς αναπαράγουμε στην καθημερινότητά μας τους κώδικες αυτούς, σχετίζεται άμεσα με τις κοινωνικές προσλαμβάνουσες. Υπό αυτή την έννοια, η οδηγική συμπεριφορά αποτελεί μία κοινωνική κατασκευή.

Η παραβίαση του πλαισίου κανονιστικών νόμων, όχι μόνο από τον πολίτη, αλλά από την ίδια την Πολιτεία  στο σύνολό της, αποτελεί ύψιστη πολιτική θέση και πολιτική συμπεριφορά. Η πολιτική αυτή θέση δηλώνει κατηγορηματικά ότι, νόμοι που δεν εφαρμόζονται ή έχουν την πολιτειακή ευχέρεια να καταπατώνται, δεν είναι νόμοι.

Man Ray, Mathematical Object, 1934-35

Στο πλαίσιο μιας τέτοιας σύλληψης, η παραβίαση του οδηγικού νομικού πλαισίου, θα έχει την ελάχιστη επίπτωση για τον παραβάτη, αφού, στην ουσία, παραβιάζει κάτι το οποίο οριακά βρίσκεται σε ισχύ. Έτσι, η πρόκληση τροχαίου συμβάντος και η εγκατάλειψη του θύματος, ζωντανού ή νεκρού, από τον οδηγό, εκλαμβάνεται από την Πολιτεία ως πλημμέλημα για την κατηγορία (εάν πρόκειται για νεκρό) της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, όπως επίσης πλημμέλημα και για την εγκατάλειψη αυτού.

Η επίκληση της «κακιάς ώρας», του «ήταν της μοίρας γραφτό να γίνει» ή και ακόμη του «ως θέλημα θεού», δεν μπορεί παρά να λειτουργούν ως κοινωνικές κατασκευές επεξηγήσεων, κατανοήσεων, εξορκίσεων της έννοιας του θανάτου, ως προϊόν αποσύνδεσης με την τωρινή υπαρξιακή, υλική μας υπόσταση.

Παρ’ ό,τι είναι γνωστό ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες που οδηγούν στην πρόκληση τροχαίων συγκρούσεων και δυστυχημάτων, με εκατοντάδες νεκρούς και άλλους τόσους ανάπηρους κάθε χρόνο, η απαξίωση αυτών των άδικων θανάτων καθώς και η απαξίωση της ισόβιας καταδίκης των συντετριμμένων συγγενών, δεν φαίνεται να αποτελεί πρωταρχικό, αλλά ούτε καν δευτερεύον μέλημα στην πολιτική ατζέντα.

Άλλωστε, πληθώρα ερευνών καταδεικνύουν ότι τα τροχαία καμία σχέση δεν έχουν με το «ατύχημα», δεδομένου ότι δεν υφίσταται ο παράγοντας της τύχης. Αντίθετα, είναι ευρέως γνωστό, πχ, ποιες ημέρες γίνονται περισσότερα τροχαία, ποιες ώρες, με τι είδους αυτοκίνητα, ποιο είναι το προφίλ των οδηγών που τα προκαλούν, με ποιες ταχύτητες οδήγησης, πόσο επηρεάζει η κατανάλωση ουσιών (όπως το αλκοόλ και όχι μόνο) την ικανότητα οδήγησης, η χρήση κινητού τηλεφώνου, η παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη, η ποιότητα του οδοστρώματος, οι παράνομες πινακίδες, κλπ.

Επιπροσθέτως, υπάρχει πληθώρα θετικών παραδειγμάτων συστηματικής άσκησης Πολιτικής και λήψης σημαντικών μέτρων σε άλλες χώρες, όταν και όπου υπήρξε η θέληση από την Πολιτεία για μείωση των τροχαίων. Στη χώρα μας αντιθέτως, έπρεπε να γίνουν δυναμικές παρεμβάσεις, για να μην αυξηθεί τελικά το όριο ταχύτητας στα 150 km/h, όπως είχε αρχικά προταθεί από την Πολιτεία. Ένα σωρό άλλα τραγελαφικά  ισχύουν ή νομοθετούνται σήμερα, όπως η μείωση στο μισό της χρηματικής ποινής  για μια σειρά σοβαρών παραβάσεων όπως η υπερβολική ταχύτητα, η παράνομη αναστροφή και άλλες (τελευταία νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Μεταφορών -Μάρτης 2018).

Ωστόσο, αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως απαράδεκτο από μέρους της Πολιτείας, είναι ο χαρακτηρισμός της εγκατάλειψης του θύματος, ακόμη και εάν πρόκειται για νεκρό, ως πλημμέλημα, διότι ο θύτης σκότωσε, αλλά «δεν το ήθελε»…

«Δεν ήθελε να σκοτώσει» όταν οδηγούσε πιωμένος, παραβίαζε κόκκινο σηματοδότη, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, κτλ και, αφού χτύπησε το θύμα του, το εγκατέλειψε κιόλας, γιατί και πάλι «δεν το ήθελε».

«Δεν ήθελε» λοιπόν να εγκαταλείψει το θύμα του, αλλά το εγκατέλειψε αιμόφυρτο, να τελειώσει την ζωή του με τον πιο επώδυνο και άδικο τρόπο. Έτσι, το «δεν το ήθελε», εισχώρησε σε κάθε κοινωνική μας αναπαράσταση περί οδικών συγκρούσεων, που η ταύτιση με τον θύτη έχει σχεδόν αυτοματοποιηθεί. Έτσι, οι τραγικότεροι όλων, οι συγγενείς, οι αγαπημένοι εναπομείναντες, περνούν διπλά και τριπλά το Γολγοθά τους.

Αφ’ ενός η απώλεια αυτή καθ’ εαυτή του αγαπημένου, αφήνοντας την απόλυτη σιωπή του στο σημείο εκείνο του οδοστρώματος που έχασε τη ζωή του, αφ’ ετέρου η απίστευτη ταλαιπωρία κατά τη μακρόχρονη δικαστική διαδικασία. Για να δουν στο τέλος αυτής, τον θύτη να προσέρχεται στο δικαστήριο οδηγώντας (συχνά το ίδιο αυτοκίνητο με το οποίο πραγμάτωσε το φόνο και την εγκατάλειψη) αφού ούτε η άδεια οδήγησης δεν του έχει αφαιρεθεί, και να φεύγει «κύριος», εξαγοράζοντας την ποινή του και μάλιστα  σε δόσεις.

Έτσι, ο νεκρός πολίτης απαξιώνεται ξανά και ξανά, σαν να μην υπήρξε ποτέ του…ένα ακόμη θύμα… ένα ακόμη λεπτό στον τηλεοπτικό χρόνο… μια ακόμη γραπτή αράδα… Επειδή λοιπόν ο λόγος (γραπτός ή προφορικός), δεν αποτελεί ένα απλό μέσο επικοινωνίας και αναπαράστασης νοημάτων της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά συμβάλλει ενεργά στην κατασκευή αυτής, μέσω των νοηματοδοτήσεών της, αποτελεί πλέον επιτακτική ανάγκη, ως ύψιστη πολιτική διαδικασία, ο επαναπροσδιορισμός των εννοιών και ο αποκλεισμός των κατεστημένων νοηματοδοτήσεων που τροφοδοτούν την απολιτικοποίηση του τροχαίου συμβάντος.

Άννα Οικονομίδη

Advertisements