Ετικέτες

Εφημερίδα των Συντακτών 18/9/2017

Τα μικρά, μοναχικά εικονοστάσια

Τάσης Παπαϊωάννου, Αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

Τα συναντάμε πολύ συχνά καθώς οδηγούμε στους επαρχιακούς δρόμους, αλλά και μέσα στις πόλεις σε απίθανα σημεία. Σκορπισμένα σε όλη την ηπειρωτική και νησιωτική χώρα, αποτελούν το δίχως άλλο αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής υπαίθρου. Δίπλα στην άσφαλτο, σε στροφές, σε πεζοδρόμια και νησίδες, σε λεωφόρους και δύσβατα δρομάκια.

Στέκουν μέσα σε ομιχλώδεις χειμώνες, βροχές και χιόνια, δίπλα σε ανοιξιάτικα λουλούδια που ευωδιάζουν, σε καλοκαίρια ζεστά και φωτεινά, σε μελαγχολικά φθινόπωρα. Πάντα εκεί, στο ίδιο μέρος, στο ίδιο σημείο.

Μικροσκοπικά πάνω σε μια βάση και άλλα μεγαλύτερα, χτισμένα πάνω σε κοφτερά βράχια, μέσα σε δάση και ξερά τοπία, σε επικίνδυνες χαράδρες και σκιερά φαράγγια. Καμωμένα από κάθε λογής υλικά: μεταλλικά, πέτρινα, ξύλινα, μπετόν, τούβλα… Τα συναντάς σε όλους τους χρωματικούς συνδυασμούς.

Μπλε, πράσινα, κίτρινα, κόκκινα, μαύρα, λευκά. Μικρές έγχρωμες κουκκίδες που στέκουν αντιστικτικά στα χρώματα του τοπίου και άλλες που χάνονται μέσα τους και δύσκολα τα ξεχωρίζεις. Ξεπροβάλλουν δίπλα στο πράσινο των θάμνων ή ανάμεσα σε χρυσοκίτρινα αγριόχορτα, κάποια μοιάζουν να ίπτανται στον αέρα, στο κενό πάνω σε απόκρημνες πλαγιές, ενώ κάποια άλλα έχουν πίσω τους το μπλε φόντο της θάλασσας και φαντάζουν σαν μέσα σε ζωγραφικό πίνακα.

Ορισμένα είναι περίτεχνα και καλαίσθητα, ιδίως τα παλαιότερα, καμωμένα από το χέρι έμπειρου μάστορα, μικρά κομψοτεχνήματα. Χτισμένα με μεράκι, όμορφα και απλά στη μορφή, ξεχωρίζουν στο περιβάλλον τους, με εκείνο το φωτεινό άσπρο που τους προσδίδει ο φρεσκοβαμμένος ασβέστης, ο οποίος πολλές φορές ξεχειλίζει έξω από το μικρό κτίσμα περνώντας πάνω από βράχια, πέτρες, κορμούς δέντρων. Και μόνο ένα πορτάκι βαμμένο μ’ ένα έντονο μπλε ή ένα χοντροκόκκινο ξεχωρίζει στη λευκή επικράτεια, μοιάζοντας με τολμηρή έγχρωμη πινελιά πάνω στον σοβά.

Πολλά ισορροπούν με δυσκολία πάνω σ’ ένα λεπτό στύλο και μοιάζουν σαν να αιωρούνται, να μην εδράζονται στο έδαφος, έτσι που στέκουν στον αέρα. Και ο στύλος σαν άλλος ομφάλιος λώρος να τα συνδέει με το χώμα και τη γη. Αλλα πάλι προκατασκευασμένα, με έντονα χρώματα, μιμούνται κακόγουστα μικρογραφίες μεγάλων ναών. Σαν αυτά που βλέπουμε να στοιβάζονται ολόιδια στη σειρά, σε διάφορα μεγέθη στις μάντρες οικοδομικών υλικών, δίπλα σε λευκούς κύκνους, λιοντάρια και αρχαιοπρεπείς κολόνες.

Αλλα είναι καινούργια και άλλα έχουν σκουριάσει από τα χρόνια που έχουν περάσει. Αυτή την αναπόφευκτη σκουριά που έχει εναποθέσει πάνω τους ο χρόνος και που μας ταξιδεύει πίσω στο παρελθόν, σε συμβάντα περασμένων εποχών, αλλοτινών ανθρώπινων ιστοριών.

Ολα όμως κουβαλούν μια μνήμη. Το τάμα στον άγιο, αλλά και εκείνους που έφυγαν από τη ζωή σε κείνο το σημείο του δρόμου. Τα εικονοστάσια στέκουν μοναχικά, μνημονεύοντας τραγικές στιγμές του παρελθόντος, μάρτυρες τα ίδια της θρησκευτικής πίστης των ανθρώπων, αλλά και τεκμήρια της θνητότητάς τους.

Μικρά κιβωτιόσχημα κουτάκια, μ’ ένα τζαμένιο πορτάκι που κλείνει μέσα τους ένα καντήλι που σιγοκαίει, δίπλα σε λουλούδια, άλλοτε φρεσκοκομμένα κι άλλοτε μαραμένα απ’ τον καιρό. Τα περισσότερα στέκουν εγκαταλελειμμένα χωρίς φροντίδα, δίχως το χέρι που τα στόλιζε την ημέρα εκείνη του χρόνου που μνημονεύουν. Αδεια, έρημα, μοναχικά. Κι όμως η μορφή τους, ο σταυρός στο πάνω μέρος, ο ίδιος ο τόπος στον οποίο έχουν τοποθετηθεί δεν χάνουν ποτέ τον συμβολισμό τους. Την ιερότητά τους. Γιατί αυτό που κυρίως μας υπενθυμίζουν είναι το πεπρωμένο της ανθρώπινης ζωής. Το παρόν που έγινε κιόλας παρελθόν.

Σύμβολα μπηγμένα στο έδαφος, σαν αρχέγονα τοτέμ ενός άλλου χρόνου. Εκφραση ενός θρήνου βωβού που φτερουγίζει μέσα στις χαράδρες και δεν λέει να κοπάσει ποτέ. Μάρτυρες του ανείπωτου πόνου, του ανθρώπινου δράματος και του πένθους. Σιωπηλά εξιστορούν τη μάστιγα των τροχαίων δυστυχημάτων στη χώρα μας, τους ανθρώπους που χάθηκαν.

Τι κι αν είναι μικροσκοπικά ξεχαρβαλωμένα τενεκεδένια κουτάκια, εμείς πάντοτε θα στεκόμαστε εκεί μπροστά τους σοβαροί, αμίλητοι και σκεπτικοί. Σαν μια μικρή αναλαμπή που πρόσκαιρα μας θυμίζει το απειροελάχιστο είναι της ύπαρξής μας. Ισως αυτός είναι και ο λόγος που τα αυθαίρετα κατά τα άλλα εικονοστάσια δεν τα αγγίζει κανείς. Πώς να αντιμετωπίσεις τη χτισμένη έκφραση του ανθρώπινου πόνου όταν χάνεται ένα αγαπημένο πρόσωπο;

Εκεί που κάποιος έφυγε με τραγικό τρόπο από τη ζωή, μνημείο ταπεινό το ίδιο του στοιχειωμένου κύκλου της ζωής και του θανάτου. Κι όμως, στη χώρα μας τίποτε δεν μοιάζει ικανό να αποτρέψει τη θυσία τόσων -κυρίως νέων- ανθρώπων στον βωμό της ασφάλτου. Θα στέκουν βουβά εκεί εσαεί, να μας θυμίζουν ότι δεν κάναμε όσα μπορούσαμε για να αποτρέψουμε τον χαμό. Τραγικά και μακάβρια τεκμήρια του πολιτισμικού μας παρόντος.

«Δεν υπάρχει πολιτισμός χωρίς τάφο, δεν υπάρχει τάφος χωρίς πολιτισμό», μας υπενθυμίζει ο μεγάλος Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ζιράρ (1). Το μικρό εικονοστάσι εκεί στη στροφή του δρόμου ένα είδος «τάφου» άραγε δεν σηματοδοτεί; Ενα ανθρώπινο δράμα αφηγείται και την ίδια στιγμή σαν αμυδρή αχτίδα αχνοφέγγει τα διάσπαρτα θραύσματα του τραυματικού πολιτισμού μας.

1. Ρενέ Ζιράρ, «Κεκρυμμένα από καταβολής», μτφρ. Κων. Γκότσης, εκδ. Γ. Α. Κουρής, Αθήνα, 1994

Advertisements