Ετικέτες

Αναδημοσίευση από τον Ταχυδρόμο Μαγνησίας 20/2/2017

Οι χαροκαμένοι γονείς της Κατερίνας και της Ιωάννας Κουτσιαρή ανοίγουν την καρδιά τους στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ για πρώτη φορά μετά το τραγικό δυστύχημα – Τι λένε για την ποινή που επέβαλε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου – Το παράπονο που «καίει» την οικογένεια των αδικοχαμένων αδερφών.volos

Εντονη πικρία, οργή και απογοήτευση ήταν τα συναισθήματα που κυριαρχούσαν στους γονείς, συγγενείς και φίλους των τριών θυμάτων του τραγικού δυστυχήματος στο 36ο χλμ της Παλιάς εθνικής οδού Βόλου-Λάρισας μεταξύ Ριζομύλου-Στεφανοβικείου  τον Ιούλιο του 2014, μετά την ανακοίνωση της απόφασης του δικαστηρίου όπου εκδικάστηκε η υπόθεση. Η ποινή φυλάκισης επτά χρόνων με εφέσιμο χαρακτήρα,  αναστάτωσε τους χαροκαμένους γονείς, οι οποίοι θεωρούν ότι η δικαίωση δεν ήρθε ποτέ για τα αδικοχαμένα παιδιά τους.

Συγκεκριμένα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, μετά την ολοκλήρωση της δίκης, η οποία διεξήχθη, μετά από δύο αναβολές,  έκρινε ένοχο τον οδηγό της μοιραίας νταλίκας και επέβαλε σε αυτόν ποινή…

Οι ποινές που επιβλήθηκαν είναι εξαγοράσιμες, ενώ η έφεση δεν  είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα Ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο και όπως τονίστηκε από τους υπερασπιστές των δύο καταδικασθέντων, στην αγόρευσή τους για τα ελαφρυντικά,

Η μητέρα των δύο αδερφών, Κατερίνας και Ιωάννας Κουτσιαρή, που από εκείνη τη μοιραία νύχτα μέχρι σήμερα είναι βουτηγμένη στο πένθος και την απώλεια, αφού δεν πρόκειται ποτέ να ξαναδεί τα δύο της βλαστάρια, «άνοιξε» την καρδιά της στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ. Ξεσπώντας σε λυγμούς αναρωτιέται ποια ποινή μπορεί να ημερεύσει την ταραγμένη της ψυχή που έχει μαυρίσει από τον πόνο. «Τα παιδιά μας χάθηκαν για πάντα, εκείνος όμως κυκλοφορεί ελεύθερος. Ζει, αναπνέει, κάποιοι τον περιμένουν στο σπίτι. Θα συνεχίσει τη ζωή του, θα κάνει οικογένεια. Εμείς δεν έχουμε πλέον να περιμένουμε τίποτα. Επτά χρόνια για δύο ζωές; Για δύο βλαστάρια που δεν θα αντικρύσουν ποτέ ξανά τον ήλιο; Που δεν θα χαρούν τη ζωή; Που δεν θα νιώσουν το χάδι της μάνας και του πατέρα;» μονολογεί ανάμεσα σε λυγμούς η Αθηνά Δελή-Κουτσιαρή.

Λίγες ώρες  μετά την ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου, η μητέρα των δύο άτυχων κοριτσιών μιλώντας στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, με δάκρυα στα μάτια, δηλώνει ότι αδυνατεί να εκφράσει με όρους λογικής τα συναισθήματά της, αφού για την ίδια το κενό κάθε μέρα είναι όλο και μεγαλύτερο. «Εάν ήξερα ότι η ποινή θα ήταν εκτελεστέα και ότι ο οδηγός του φορτηγού που έσπειρε το χάρο θα εξέτιε την ποινή του, ίσως να ένιωθα μία μικρή ανακούφιση. Όχι όμως δικαίωση, διότι υπάρχουν ζητήματα ανοιχτά που πιστεύω ότι έπρεπε να έχουν εξεταστεί με περισσότερη σχολαστικότητα και τη δέουσα προσοχή, αφού χάθηκαν τρία παιδιά.

«Εμείς χάσαμε τα αγγελούδια μας. Καμία ποινή δεν πρόκειται να απαλύνει αυτόν τον πόνο της απώλειας των παιδιών μας» λέει.

Εξω από τα δικαστήρια, τα αναρτημένα πανό με τις φωτογραφίες των τριών αδικοχαμένων παιδιών «μαρτυρούν» το αίτημα της δικαίωσης, για να μη χαθούν και άλλες ανθρώπινες ζωές στην άσφαλτο

Αβάσταχτος πόνος

«Είναι αβάσταχτη η απώλεια. Είναι μεγάλο το κενό. Είναι τρύπες που ανοίγουν μέσα σου και  που θα μείνουν για πάντα έτσι κενές. Δεν καλύπτονται. Μένουν απλά τρύπες. Κανένας άλλος δεν μπορεί να αναπληρώσει το κενό εκείνων που φεύγουν. Μοναδικοί άνθρωποι… μοναδικό και το άδειασμα που άφησαν με το φευγιό τους» ψιθυρίζει η Αθηνά με το βλέμμα απλωμένο στο κενό.

Όπως εξομολογείται η ίδια στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ στο άκουσμα της απόφασης ένιωσε τον κόσμο να γυρίζει με επικίνδυνους στροβιλισμούς γύρω της «Ήταν σαν να με καρφώνει μαχαίρι. Όπως εκείνο το βράδυ που μου κάρφωσαν το μαχαίρι και από τότε δεν σταμάτησε να αιμορραγεί. Ο πόνος έγινε σύντροφος, μέρα και νύχτα. Κανένα φάρμακο δεν μπορεί να τον δαμάσει. Για λίγο ηρεμείς, όσο διαρκεί η επίδρασή του μα σαν περάσει ο πόνος επιστρέφει ανελέητος και σου σκίζει την καρδιά, την κάνει κομμάτια. Δεν ακούω, δεν βλέπω μα κυρίως δεν νιώθω. Ένα απέραντο κενό».

Αναπάντητα ερωτήματα

Οι δύο χαροκαμένοι γονείς, ο Κώστας και η Αθηνά, από τη πρώτη στιγμή δεν σταμάτησαν να λένε ότι υπάρχουν πολλά κενά στην υπόθεση, και ότι στα αναπάντητα ερωτήματα που υπάρχουν η ακροαματική διαδικασία δεν έριξε φως.

Κυρίως επικεντρώνονται στο πώς κινήθηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες τις πρώτες ώρες του τραγικού δυστυχήματος, που «έφραξε» μία για πάντα το δρόμο για τη ζωή στα τρία νεαρά αγγελούδια.

Η πρώτη έκθεση που ανέθεσε η Τροχαία σε πραγματογνώμονες δεν έδωσε σαφή εικόνα για το σημείο του ατυχήματος, οι ασάφειες αρκετές και η έκθεση χωρίς υπογραφή.  Ο έλεγχος αλκοτέστ που έγινε στον οδηγό του φορτηγού,  έπεται -όπως ακούστηκε και στο δικαστήριο- του μοιραίου δυστυχήματος, 4 ολόκληρες ώρες.

Επιπλέον, σύμφωνα με τους γονείς, θα έπρεπε εξαρχής να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και στον ιδιοκτήτη της μοιραίας νταλίκας. «Είναι ο ηθικός αυτουργός που χάθηκαν τρία παιδιά, ο ιδιοκτήτης της μεταφορικής εταιρείας. Έπρεπε να καθίσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου, όπως έγινε και στο δυστύχημα στα Τέμπη» θα πει στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ ο Κώστας Κουτσιαρής.

Το αίτημά τους για να μετατραπεί το πλημμέλημα σε κακούργημα απορρίφτηκε από το δικαστήριο, σκορπίζοντας απογοήτευση στους γονείς, που ακόμη και σήμερα πιστεύουν ότι η τραγικότητα του τροχαίου και η απώλεια τριών νέων ανθρώπων, ήταν αρκετά για να γίνει αυτό.

Και νιώθουν διπλά απογοητευμένοι.

«Δεν υπάρχει πιο ξεκάθαρο τροχαίο από αυτό, είπε ο εισαγγελέας στην αγόρευσή του. Υπάρχουν στοιχεία ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ, ότι είχε πολλές ώρες στο τιμόνι, ότι ο ταχογράφος  ήταν πειραγμένος και ότι ήταν άπειρος να οδηγεί ένα τόσο βαρύ όχημα. Η ποινή του επτά χρόνια με αναστολή… Τι σημαίνει αναστολή; Δεν το καταλαβαίνουμε… Μπορούν εκείνοι που πήραν την απόφαση να μας κοιτάξουν στα μάτια και να μας πούνε: Ποιόν δικαιώνει αυτή η απόφαση; Προφανώς όχι τα παιδιά μας. Δικαιώνει τον «θύτη» και το ελληνικό δημόσιο που θα εισπράξει 50.000 ευρώ από την ποινή που επιδικάστηκε στον κατηγορούμενο. Με λίγα λόγια άφησαν μία «κινούμενη βόμβα» να κινείται ελεύθερα στους δρόμους. Τα παιδιά μας όμως χάθηκαν για πάντα. Μακάρι άλλα παιδιά να μη βρεθούν μπροστά του»  είναι το μήνυμα των δύο χαροκαμένων γονιών, του Κώστα και της Αθηνάς.

Οι τελευταίες κουβέντες βγαίνουν με το ζόρι από το στόμα τους.  Βυθίζονται και πάλι στη θλίψη και τον ανείπωτο πόνο με τον οποίο συμβιώνουν δυόμιση χρόνια τώρα. Αποχώρησαν από τον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟπιασμένοι χέρι-χέρι. Είχε φτάσει η ώρα, να βρεθούν κοντά στα κορίτσια τους. Το καθημερινό δρομολόγιο για το νεκροταφείο. Εκεί όπου ο χρόνος σταματά. Εκεί όπου κάθε μέρα, σμίγουν ο πόνος της απώλειας και τα αμέτρητα αναπάντητα γιατί.

ΒΑΣΩ ΚΥΡΙΑΖΗ

 

Advertisements