Ετικέτες

Επιπτώσεις του θανάτου και του τραυματισμού από τροχαίο.

Το 1994 η Eυρωπαική Ομοσπονδία Θυμάτων Τροχαίων (FEVR) πραγματοποίησε μια έρευνα σε συνεργασία με την Eυρωπαική Eπιτροπή  για τα κύρια αίτια της υποβάθμισης της ποιότητας ζωής και του επιπέδου ζωης που αντιμετωπίζουν τα θύματα των τροχαίων και οι οικογένειες των θυμάτων με τίτλο Impact of road death and injury. Τα αποτελέσματα της που είχαν σαν στόχο και την διαμόρφωση προτάσεων για βελτίωση της κατάστασης, δημοσιοποιήθηκαν το 1997.

Μέχρι σήμερα παραμένει η μαζικότερη έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε Ευρωπαικό επίπεδο στην οποία συμμετείχαν θύματα τροχαίων και μέλη των οικογενειών τους.

Έχουμε  δημοσίευσει το τμήμα της έρυνας που αφορά στη Δικαιοσύνη: ΕΔΩ

Συνεχίζουμε με τις Ψυχολογικές και Σωματικές  επιπτώσεις των θυμάτων ή των συγγενών τους.  

Ταυτότητα Ερευνας.

Πραγματοποιήθηκε σε 9 χώρες (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ολλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο) από 16 οργανώσεις.

Διενεμήθησαν κυρίως μέσω των οργανώσεων – μελών της Ομοσπονδίας 10.00Ο ερωτηματολόγια σε θύματα τροχαίων συμβάντων ή σε μέλη των οικογενειών τους . Κάθε ερωτηματολόγιο περιελάμβανε 56 ερωτήσεις και συμπληρώνονταν ανώνυμα.

Συμπληρώθηκαν 1364 ερωτηματολόγια.

59% αυτών των απαντήσεων προήλθαν από συγγενείς νεκρών θυμάτων και 41% από συγγενείς αναπήρων θυμάτων ή από τα ίδια τα άτομα με αναπηρία. Ανάλογα με την χώρα μονο 10-20% των θυμάτων στα οποία απευθύνθηκαν συμπλήρωσε τα ερωτηματολόγια.

Ο κύριος λόγος που προβλήθηκε απ αυτούς που αρνήθηκαν να απαντήσουν ήταν ότι οι ερωτήσεις απαιτούσαν απ αυτούς να ξαναζήσουν ή να θυμηθούν τραυματικά γεγονότα πράγμα πολύ οδυνηρό.

Μαύρο και Άσπρο, Man Ray, 1926

Μαύρο και Άσπρο, Man Ray, 1926

 Ψυχολογικές και Σωματικές επιπτώσεις των θυμάτων ή των συγγενών τους.

Αυτό το μέρος διερεύνησε τα δευτερογενή ψυχολογικά και σωματικά αποτελέσματα στην υγεία των ερωτηθέντων και δεν περιλαμβάνει το πρωταρχικό/άμεσο σωματικό τραύμα που προκλήθηκε από την σύγκρουση, στην περίπτωση των τραυματιών θυμάτων. Οι δευτερογενείς επιπτώσεις  γενικά αγνοούνται από τα δικαστήρια  και τις ασφαλιστικές  εταιρείες παρότι συχνά περιλαμβάνουν σοβαρές και μακοχρόνιες παθήσεις.

Αποτελέσματα

Τα θύματα και/ή οι συγγενείς τους υποφέρουν από τα παρακάτω σωματικά συμπτώματα:                                                                                                          -Διαταραχές του ύπνου                49%                                                                   -Πονοκέφαλοι                              55%                                                                     -Εφιάλτες                                     41%                                                                    – Γενικά προβλήματα υγείας        58%

Τρία χρόνια μετά το συμβάν δεν παρατηρείται σημαντική μείωση των συμπτωμάτων, γεγονός που σημαίνει  μακροχρόνια  ή μόνιμη  παθολογία.

Ένα μεγάλο ποσοστό των συγγενών των νεκρών και των αναπήρων θυμάτων, καθώς και οι ίδιοι οι άνθρωποι με αναπηρία, υποφέρουν από ψυχολογικές διαταραχές. Η χειρότερη κατάσταση είναι αυτή των συγγενών  νεκρών. Στη διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων, 72% χάνουν το ενδιαφέρον τους για τις καθημερινές δραστηριότητες όπως η επαγγελματική εργασία,  η οικιακή εργασία, το μαγείρεμα ή οι σπουδές, το  70% υποφέρει από έλλειψη διάθεσης κινητοποίησης, 49% από απώλεια αυτοεκτίμησης, 46% έχουν επεισόδια κρίσης πανικού, 37% έχουν αυτοκτονικά αισθήματα, 64% υποφέρουν από κατάθλιψη, 27% από φοβία, 35% από διατροφικές διαταραχές 78% από θυμό  και 71% από πικρία. Μετά από τρία χρόνια, αυτά τα στοιχεία ελαττώνονται μόνον κατά 10%, γεγονός ενδεικτικό  μακροχρόνιας  και σε πολλές περιπτώσεις μόνιμης παθολογίας. Ειδικά, οι τάσεις αυτοκτονίας ελαττώνονται μόνο από το 37% στο 26%, γεγονός ενδεικτικό πως ένα τεράστιο ποσοστό των συγγενών βιώνει ένα ακραίο ψυχολογικό πόνο.

Με την εξαίρεση των αυτοκτονικών αισθημάτων, οι συγγενείς των αναπήρων θυμάτων παρουσιάζουν μια παρόμοια συμπτωματολογία μ αυτήν των συγγενων θανόντων. Έκπληξη προκάλεσε πως τα άτομα με αναπηρία , με τις συχνές νευρολογικές και άλλες διαταραχές εμφανίζονται ελαφρά καλύτερα ψυχολογικά από τους συγγενείς τους, ειδικά όσον αφορά τις κρίσεις πανικού, τις φοβίες, τις τροφικές διαταραχές, το θυμό και την αυτουποτίμηση.

Αυτοί που πενθούν είναι επίσης οι χειρότερα επιρεαζόμενοι -67%- σε προβλήματα σχέσεων, δυσκολίες επικοινωνίας και σεξουαλικά προβλήματα. Το ποσοστό για τους συγγενείς αναπήρων θυμάτων  είναι 40% και για τους ίδιους τους ανάπηρους 50%. Μετά από 3 χρόνια αυτού του είδους τα προβλήματα δεν περιορίζονται  όπως θα περίμενε κανείς αλλά χειροτερεύουν για κάθε κατηγορία κατά 5 περίπου μονάδες.

Στην διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων, στους συγγενείς των νεκρών θυμάτων ψυχολογική υποστήριξη παρασχέθηκε από τους παρακάτω: την οικογένεια 87%, φίλους 86%, γιατρούς 40%, επαγγελματίες σύμβουλοι 23%, θρησκευτικές ομάδες 22%, εργοδότες 9%, ομαδική θεραπεία 5%. Τα στοιχεία είναι παρόμοια για τους συγγενείς αναπήρων θυμάτων καθώς και για τα ίδια τα άτομα με αναπηρία αν και   στηρίζονται πολύ περισότερο  από ό, τι οι πενθούντες στη βοήθεια από την οικογένεια και τους γιατρούς, προφανώς γιατι έχουν ανάγκη να βρίσκονται σε  πολύ στενοτερη επαφή μ αυτούς. Μετά από αυτην την περίοδο των τριών χρόνων  η ανάγκη για βοήθεια αυξάνει σε μικρό βαθμό.

Οι οικογένειες ρωτήθηκαν από ποιόν έλαβαν την μεγαλύτερη βοήθεια. Οι οικογένειες των νεκρών θυμάτων απάντησαν πως στη διάρκεια της πρώτης τριετίας έλαβαν βοήθεια από την οικογένεια τους (28%), από φίλους (22%), γιατρούς (8%), επαγγελματίες συμβούλους (7%), θρησκευτικές ομάδες (5%), ομαδική θεραπεία (1%) και εργοδότες (1%). Μετά την τριετία, η εκτίμηση για την ληφθείσα βοήθεια αυξήθηκε κατά 3 με 4 φορές αν και η η αναλογία ανάμεσα στις διάφορες πηγές βοήθειας παρέμεινε περίπου η ίδια. Για τις οικογένειες των ανάπηρων θυμάτων και τους ίδιους τους ανάπηρους τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά. Για τα πρώτα 3 χρόνια, 39% είπαν πως η μεγαλύτερη υποστήριξη προήλθε από τις οικογένειες, 14% από τους φίλους, και 12% από τους γιατρούς.  Δεν υπήρξε υποστήριξη από επαγγελματίες συμβούλους, από ομαδική θεραπεία ή από εργοδότες και μονο 2% από θρησκευτικές ομάδες. Μετά απ αυτη την περίοδο το επίπεδο εκτίμησης και οι αναλογίες ανάμεσα στις πηγές παρέμειναν τα ίδια.

 

 

Advertisements