Ετικέτες

                                                                                           Του Πέτρου Μανταίου

Ηταν ν’ ανέβω στα παιδιά∙ πάω και βλέπω τους εγγονούς μου δυο-τρεις φορές την εβδομάδα∙ όσο ακόμα είναι μικροί, γιατί ούτε που καταλαβαίνεις πόσο γρήγορα τα παιδιά μεγαλώνουν. Αλλαξε όμως το σχέδιο. Θα κατέβαιναν στην Αθήνα για δουλειές και θα έφτιαχνα φαγητό για μεσημεριανό τραπέζι, οικογενειακό. Οι εγγονοί μου, στην πέμπτη από φέτος ο μεγάλος, στη δευτέρα ο μικρός, τρελαίνονται για «μακαρόνια με κιμά του παππού» (το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί έχει γίνει έμβλημα∙ κάτι σαν επιγραφή εστιατορίου!). Θα μου πεις, ποια παιδιά δεν αγαπούν τα μακαρόνια με κιμά και τα μακαρόνια γενικώς. Αν δεν υπήρχαν, θα έπρεπε να τα είχαμε εφεύρει (πρωτύτερα από τους Ιταλούς ή τους… Κινέζους). Αλλιώς θα ανέβαινε στην Ελλάδα ο δείκτης παιδικής θνησιμότητας, από… υποσιτισμό.

Εβαλα τον κιμά στο μάτι να σιγοψήνεται και βγήκα δέκα λεπτά να ψωνίσω καλούδια για τα εγγόνια: παγωτά, μπισκότα γεμιστά, κρουασανάκια με κρέμα, ξηρούς καρπούς και όσα άλλα κάνουν ευτυχείς τους παππούδες και… δυστυχείς τους γονείς. Επιστρέφοντας, με το που γύρισα το κλειδί και άνοιξα την πόρτα, ένιωσα σε όλο μου το σώμα το χάδι από τη μυρωδιά φαγητού που ψήνεται. Είχα σχεδόν ξεχάσει, τι σημαίνει να μπαίνεις στο σπίτι σου και να σε υποδέχεται μυρωδιά φαγητού. Αυτό θα πει εστία, σκέφτηκα, δίνοντας στη λέξη σημασία -την πρωταρχική- που δεν είχα δώσει έως τώρα. Εστία! Θαύμασα. Για δες, απόρησα, υπάρχουν ακόμα σπίτια που μπαίνεις και σε καλωσορίζει μυρωδιά φαγητού στην κατσαρόλα! Αυτό λοιπόν έχω πάθει: υπό μία έννοια, αφού δεν… ακούγεται (συνηθίζεται το ρήμα στην κρητική κουζίνα!) μυρωδιά φαγητού στο σπίτι, είμαι… ανέστιος.

Τελευταία φορά που μου μύρισε φαγητό μπαίνοντας στο σπίτι (πάλι κιμάς για μακαρόνια!), ήταν το Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013. Μια μέρα προτού σκοτωθεί, στο πίσω κάθισμα αυτοκινήτου, η Χριστίνα, η γυναίκα μου.

Χρονογράφημα στην Εφημερίδα των Συντακτών, 15/9/2014. photo

 

Ενα χρόνο πριν (18/9/2013) απο  την ίδια εφημερίδα:

Εσβησε το χαμόγελο της Χριστίνας

Εφυγε απροσδόκητα από τη ζωή σε αυτοκινητικό δυστύχημα η γυναίκα του χρονογράφου της «Εφημερίδας των Συντακτών», Πέτρου Μανταίου

Θα τη θυμούνται όλοι για το χαμόγελό της και τη μεγάλη της ενεργητικότητα. Επί περίπου μισό αιώνα, η Χριστίνα ήταν σύντροφος και σύζυγος του επί πολλά χρόνια χρονογράφου της «Ελευθεροτυπίας» και τον τελευταίο χρόνο της «Εφημερίδας των Συντακτών», Πέτρου Μανταίου. Μια ζωή μαζί, με πολλές χαρές και πολλές πίκρες και πολλούς αγώνες. Ενα ζευγάρι καλόγνωμο, που πρώτα άκουγαν και μετά μίλαγαν, πάντα με καλοσύνη.

Η Χριστίνα συναντήθηκε απροσδόκητα με την ανυπαρξία μετά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαιναν η ίδια, ο Πέτρος κι ένα ζευγάρι φίλοι τους, εκ των οποίων διασώθηκε η γυναίκα.

Μεγάλο το σοκ για την οικογένεια και τους πολλούς φίλους. Ελπίζουμε ο αγαπημένος σε όλους μας συνάδελφος να αντέξει την απουσία της Χριστίνας και να έλθει σύντομα κοντά μας, στη δημοσιογραφική οικογένεια, διότι κι αυτή τον έχει ανάγκη… Ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει πόνος και πένθος και ίσως ο χώρος του χρονογραφήματος τον βοηθήσει να ξεπεράσει τη μεγάλη αδικία του απροσδόκητου θάνατου.

Την πάντοτε χαμογελαστή Χριστίνα θα αποχαιρετήσουν αύριο Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου και ώρα 16.00 στο Νεκροταφείο Ζωγράφου, ο σύντροφός της Πέτρος, τα παιδιά τους Γιώργος και Γιώτα και τα εγγόνια τους, Πέτρος και Στέλιος, τα αδέλφια Νατάσα, Κώστας κι όλοι οι συγγενείς και φίλοι.

Θα λείψει σε όλους η Χριστίνα. Ας τη θυμούνται όλοι για την καλή της διάθεση, την αγάπη που έφερε για τους ανθρώπους, την κινητικότητα, το χαμόγελό της. Οι συντεταγμένες της Φύσης δεν ήθελαν να γεράσει μαζί με τον σύντροφό της, αλλά είναι βέβαιο ότι ο Πέτρος και οι δικοί της δεν θα πάψουν να την κουβαλούν μέσα τους, παντοτινά. «Καλό (της) ταξίδι».

Advertisements