Μπαίνω στο αυτοκίνητο βιαστική. Άργησα. Το ραντεβού μου είναι σε 15 λεπτά και θέλω τουλάχιστον μισή ώρα για να φτάσω. Η συνέπεια για μένα είναι σημαντική. Ποτέ δεν αργώ. Πώς τα κατάφερα έτσι σήμερα;

Εκατό μέτρα από το σπίτι, στην πρώτη διασταύρωση μου πετάγεται απότομα ένα μηχανάκι. Ευτυχώς δεν έχω προλάβει ν’ αναπτύξω ταχύτητα και σταματώ εγκαίρως. Σηκώνω το χέρι και ανοίγω το στόμα μου έτοιμη να εκσφενδονίσω τα «γαλλικά» μου σταματώ όμως αμέσως βλέποντας δυο μάτια κλαμμένα απέναντί μου. Αυτός είναι ο δρόμος που βγαίνει κανείς απ’ το νεκροταφείο και τα δυο κλαμμένα μάτια μου λένε πως ο οδηγός του άλλου οχήματος έρχεται σίγουρα από εκεί. Ακούω τη φωνή μου : «Πώς σε λένε;» Κάτι ψέλισε η κυρία απέναντί μου αλλά δεν κατάλαβα. Τη χαιρέτησα και συνέχισα το δρόμο μου.

Πιο κάτω κι ενώ κοιτώ το ρολόι του αυτοκινήτου συχνά πυκνά, βλέπω και το δείκτη της βενζίνης. Τώρα βρήκε ν’ ανάψει το λαμπάκι; Πότε έκαψα πάλι όλη τη βενζίνη; Δεν έχω όμως επιλογή, πρέπει να σταματήσω να ταϊσω το αδηφάγο αμάξι μου, αλλιώς θα με εγκαταλείψει σύντομα. Ευτυχώς σ’ ένα χιλιόμετρο βλέπω βενζινάδικο και βγάζω φλας για να μπω δεξιά. Τότε αρχίζει να χτυπά και το κινητό μου. Δεν το σηκώνω, θα δω ποιός είναι όταν σταματήσω και θα τον πάρω πίσω. Την ώρα που βάζω βενζίνη βλέπω πως με κάλεσε ο άνθρωπος που έχουμε πει να συναντηθούμε. Τι να κάνω, τον καλώ έτοιμη ν’ απολογηθώ που θ’ αργήσω. Τώρα φεύγει κι αυτός από τη δουλειά μου λέει, και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για κανά τέταρτο αργότερα. Ξαφνικά μου ξαναέρχονται στο μυαλό τα μάτια της κυρίας που παρολίγο να πέσω πάνω της νωρίτερα. Προσπαθώ να καταλάβω τι μου ψέλισε, αλλά τίποτα.

Ξαναβάζω μπροστά τ’ αυτοκίνητο και παίρνω πάλι το δρόμο μου. Ουφ, τι κίνηση είναι αυτή! Μα που πάνε όλοι! Καλά ΕΓΩ έχω δουλειά , όλοι οι άλλοι τί δουλειά έχουν τέτοια ώρα; Τέλος πάντων ξεκολλήσαμε. Πω, πω είναι δυνατόν! Πώς θα πάω πρώτη φορά στο σπίτι των ανθρώπων; Με άδεια χέρια είμαι! Δε γίνεται θα σταματήσω να πάρω ένα γλυκό. Θά βγω από το δρόμο μου, αλλά θα πάω σ’ ένα ζαχαροπλαστείο που νομίζω πως κάνει ωραία γλυκά… Εντάξει, έφτασα.

Μα που θα σταματήσω; Έχει κίτρινη γραμμή! Έλα μωρέ για ένα λεπτό είναι… Όχι, όχι δε σταματάω, αυτά που κοροϊδεύω θα κάνω; Εξάλλου έχω το λουλούδι, δεν πάω με άδεια χέρια. Μα…για δες! Κάποιος ξεπαρκάρει. Τυχερή είμαι! Τελικά θα πάρω και το γλυκάκι.

Τώρα πάω κατευθείαν στο ραντεβού. Καμιά άλλη καθυστέρηση.  Κάτσε να περάσω κι αυτόν εδώ που πάει σαν κότα κι έφτασα σε δέκα λεπτά.

Ωχ, ωχ όχι. Βρε συ αυτός κάνει οχτάρια. Α, καλά στην περίπτωση έπεσα! Πάντως εγώ αυτόν δεν τον περνάω. ΄Ασε θα κόψω λίγο κι εγώ και θα μείνω πιο πίσω, θα κρατήσω απόσταση ασφαλείας, γιατί δεν μας βλέπω καλά… Μωρέ άραγε τι να μου είπε εκείνη η κυρία στη διασταύρωση;

…Επιτέλους φτάνω. Να η γέφυρα, εδώ κάνω αριστερά και περνάω από κάτω. Κι εδώ …δεν το πιστεύω…εδώ είναι. Δεν πειράζει θα σταματήσω πάλι. Ένα λεπτό μόνο. Έτσι κι αλλιώς γι’ αυτόν έκοψα το λουλούδι. Δεν ήξερα πως θα περάσω από εδώ! Θα το έδινα στους γονείς του να του το πάνε, αλλά αφού είμαι εδώ, θα σταματήσω.

Κατεβαίνω απ’ το αυτοκίνητο. Ο τοίχος της γέφυρας λευκός. Μια ζωγραφιά, το πρόσωπο ενός μικρού παιδιού.  Κλείνω τα μάτια για λίγο. Κάτι, κάτι με κυνηγά. Ανοίγοκλείνω τα μάτια. Ξανά μπροστά μου τα κόκκινα πρησμένα μάτια που γλίτωσαν από τις δολοφονικές ρόδες…

Και τότε ακούω τη φωνή.

Τα χείλη της κυρίας ψέλισαν τρία γράμματα:

Ζ  Ω  Η

p1-ceb1cebdcf84ceafceb3cf81ceb1cf86cebf-ceb1cebdcf84ceafceb3cf81ceb1cf86cebf

Χριστιάνα Βλαχάκη

Advertisements